Από
την κλιμάκωση της καθ’ ημάς κρίσης και μετά έχει αναπτυχθεί μια έντονη
διαλεκτική σχετικά με το ποιος φταίει.
Θα έλεγα ότι στο θέμα αυτό υπάρχει ένας νοηματικός άξονας με δύο άκρα, δύο αντιθετικά ζεύγη, το «φταίμε εμείς» και το «φταίνε οι άλλοι», όπου «εμείς» είμαστε οι ίδιοι οι πολίτες, νοούμενοι ως εαυτοί αλλά και ως σύνολο, και «άλλοι» είναι οι πολιτικοί, η Ε.Ε. και κάθε εξωγενής παράγοντας.
Είναι προφανές ότι όποιος επιλέγει ένα από τα δύο άκρα είναι άουτ, και όπως μου έχει δείξει η προσωπική μου εμπειρία, είναι κατά κανόνα κακός συνομιλητής, με φτωχά επιχειρήματα· καμιά φορά και με κακούς τρόπους, θα παρατηρούσα με κοινωνιολογική διάθεση.
Ενδιάμεσα όμως υπάρχουν μια σειρά από τοποθετήσεις, λιγότερο ή περισσότερο νηφάλιες, που χωρούν περισσότερη και πιο ουσιαστική συζήτηση. Η συζήτηση αυτή, αν μπορούσε να γίνει δημόσια και με μαζικούς όρους, θα ήταν ιδανική πράξη αυτοθεραπείας μιας κοινωνίας. Δυστυχώς ένας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει αμεσοδημοκρατική κουλτούρα, η δε πόλωση της εποχής μας τον καθιστά ακόμη πιο ανέφικτο.
Στο παρακάτω κείμενό μου επιχειρώ να ανασκευάσω τις ευκολίες της άποψης ότι φταίμε για όλα εμείς και σε τίποτε οι Ευρωπαίοι. Αναρτήθηκε σαν απάντηση σε ιντερνετικό διάλογο που διεξάχθηκε στο φόρουμ για μουσικούς noiz.gr, όπου είδα με έκπληξή μου να επικρατεί μια ρητορική νεοφιλελεύθερη, πολύ κοντά στο «μαζί τα φάγαμε» και στο «οι Ευρωπαίοι είναι ευεργέτες μας».
Το πνεύμα του κειμένου είναι ότι σε κάθε δίκη (απόδοση ευθυνών) πρέπει να κυριαρχεί η κοινή λογική (δικονομία και διακρίσεις μεταξύ αδικημάτων) προκειμένου να μην πέφτουμε σε ισοπεδωτικές και απολυταρχικής οπτικής αποφάνσεις. Η σχετικοποίηση της ευθύνης και η αναγνώριση διαβαθμίσεων συνεπάγεται (σε λογικά σκεπτόμενα άτομα) την άμεση απόρριψη κάθε μονόπαντης, εξαπλουστευτικής ρητορικής, όπως είναι στην ουσία το «φταίμε εμείς οι ίδιοι».
Γράφτηκε Φλεβάρη του '11.
Σημείωση εκ των υστέρων: δυστυχώς τα ποσοστά της Χρυσής Αβγής επιβεβαιώνουν την τελευταία φράση.
Θα έλεγα ότι στο θέμα αυτό υπάρχει ένας νοηματικός άξονας με δύο άκρα, δύο αντιθετικά ζεύγη, το «φταίμε εμείς» και το «φταίνε οι άλλοι», όπου «εμείς» είμαστε οι ίδιοι οι πολίτες, νοούμενοι ως εαυτοί αλλά και ως σύνολο, και «άλλοι» είναι οι πολιτικοί, η Ε.Ε. και κάθε εξωγενής παράγοντας.
Είναι προφανές ότι όποιος επιλέγει ένα από τα δύο άκρα είναι άουτ, και όπως μου έχει δείξει η προσωπική μου εμπειρία, είναι κατά κανόνα κακός συνομιλητής, με φτωχά επιχειρήματα· καμιά φορά και με κακούς τρόπους, θα παρατηρούσα με κοινωνιολογική διάθεση.
Ενδιάμεσα όμως υπάρχουν μια σειρά από τοποθετήσεις, λιγότερο ή περισσότερο νηφάλιες, που χωρούν περισσότερη και πιο ουσιαστική συζήτηση. Η συζήτηση αυτή, αν μπορούσε να γίνει δημόσια και με μαζικούς όρους, θα ήταν ιδανική πράξη αυτοθεραπείας μιας κοινωνίας. Δυστυχώς ένας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει αμεσοδημοκρατική κουλτούρα, η δε πόλωση της εποχής μας τον καθιστά ακόμη πιο ανέφικτο.
Στο παρακάτω κείμενό μου επιχειρώ να ανασκευάσω τις ευκολίες της άποψης ότι φταίμε για όλα εμείς και σε τίποτε οι Ευρωπαίοι. Αναρτήθηκε σαν απάντηση σε ιντερνετικό διάλογο που διεξάχθηκε στο φόρουμ για μουσικούς noiz.gr, όπου είδα με έκπληξή μου να επικρατεί μια ρητορική νεοφιλελεύθερη, πολύ κοντά στο «μαζί τα φάγαμε» και στο «οι Ευρωπαίοι είναι ευεργέτες μας».
Το πνεύμα του κειμένου είναι ότι σε κάθε δίκη (απόδοση ευθυνών) πρέπει να κυριαρχεί η κοινή λογική (δικονομία και διακρίσεις μεταξύ αδικημάτων) προκειμένου να μην πέφτουμε σε ισοπεδωτικές και απολυταρχικής οπτικής αποφάνσεις. Η σχετικοποίηση της ευθύνης και η αναγνώριση διαβαθμίσεων συνεπάγεται (σε λογικά σκεπτόμενα άτομα) την άμεση απόρριψη κάθε μονόπαντης, εξαπλουστευτικής ρητορικής, όπως είναι στην ουσία το «φταίμε εμείς οι ίδιοι».
Γράφτηκε Φλεβάρη του '11.
Τις πταίει;
Τον τελευταίο χρόνο
πολλοί πολίτες αναρωτιούνται τι πήγε λάθος στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτής της αποτίμησης
είναι πολύ επίπονη, αιματηρή θα έλεγα, όπως κάθε αυστηρή ενδοσκόπηση. Επιπλέον
θέλει καθαρό μυαλό. Κάθε απλοποίηση μοιραία τσακίζεται από την πραγματικότητα: αυτή
είναι ως συνήθως αμείλικτα πολυσύνθετη.
Στα ελληνικά και ξένα media, στήνονται τηλεδικαστήρια των Ελλήνων. Κατήγοροι δεν έχουν υπάρξει μόνο οι Γερμανοί αλλά και οι ίδιοι μας οι κυβερνώντες (βλ. ρήσεις ΓΑΠ, Πάγκαλου και άλλων στα ξένα Media και fora).
Πολλοί πολίτες, μέσα σε αυτό τον κυκεώνα κριτικής και αυτοκριτικής, ηθελημένα ή αθέλητα συνδιαλέγονται με αυτές τις μιντιακές τοποθετήσεις ή και τις υιοθετούν, τμηματικά ή πλήρως. Έτσι η αυτοκριτική μας διεξάγεται συχνά με αποφάνσεις δικαστή: φταίει αυτός, φταίει εκείνος, φταίνε και οι δύο, φταίνε όλοι...
Αφού όμως όλη αυτή η διαδικασία είναι δικαστικού χαρακτήρα, θα πρέπει μοιραία να διέπεται από αρχές δικαίου και δικονομίας.
Σε αυτόν τον χοντρικό παραλληλισμό, δίκαιο σημαίνει, ότι δεν γίνεται οι ευθύνες να ισοκατανέμονται με τη δικαιολογία ότι τα αδικήματα είναι της ίδιας ποιότητας. Ούτε η τιμωρία μπορεί να ισοκατανέμεται με το ίδιο σκεπτικό. Δεν μπορεί το πλημμέλημα και το πταίσμα να τιμωρούνται με όρους κακουργήματος.
Κακούργημα διέπραξαν όσοι είχαν τη γενική εικόνα της χώρας, και την απέκρυψαν. Κακούργημα διέπραξαν όσοι από υπεύθυνη θέση δεν έκαναν τίποτε για να αλλάξουν την εικόνα αυτή. Η λάθος ψήφος του πολίτη που ξεγελάστηκε ότι όλα πάνε καλά, χωρίς να έχει γενική εικόνα της χώρας, μπορεί να θεωρηθεί κακούργημα; Πόσο μάλλον που το λάθος είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα της δημοκρατίας (διαφορετικά θα έπρεπε να ψηφίζουμε με multiple choice από επιλογές που μας προσφέρει ομάδα πεφωτισμένων ειδικών και δεσποτών).
Δεν μιλώ φυσικά για αυτούς που ψήφιζαν για να εξυπηρετηθούν. Καταρχήν, είναι πολύ άδικο να λέμε ότι όλοι ήμασταν τέτοιοι. Υπάρχουν Έλληνες που από την ψήφο τους μόνο έχασαν, χωρίς κανένα «ανταποδοτικό όφελος».
Αλλά ας πάμε και στους ουκ ολίγους που βολεύτηκαν. Είναι ίδια η στάση ενός που έβαλε μέσο για να πάει σε μία υπηρεσία, όπου δουλεύει κανονικά -για τα μέτρα του συστήματος πάντοτε-, με έναν που έβαλε μέσο και δεν πατάει ποτέ στο πόστο του; Είναι ίδιο πράγμα ο «διορισμένος» με τον αργόμισθο; Δεν πρέπει να συνυπολογιστεί η εξακολουθητικότητα; Ο αργόμισθος παρανομεί καθημερινά, εξακολουθητικά. Δεν έβαλε άπαξ ένα μέσον για να μπει κάπου. Φαίνεται ότι έχει με το μέσον του σχέση τόσο «εξακολουθητική», ώστε να μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Ναι, έβλαψαν την πολιτεία και οι δύο, αλλά η «συχνότητα» και «ποσότητα» αλλάζουν την «ποιότητα» της βλάβης (ο επιβαρυντικός παράγοντας που λέγεται κατά συρροήν).
Επιπλέον, από τις κάθε λογής «εξυπηρετήσεις», τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, ωφελήθηκαν πολλοί αλλά σε καμία περίπτωση όλοι οι πολίτες. Αντίθετα, αν αναζητηθεί ένας κοινός παρονομαστής σε όλες τις παρεκτροπές, αυτός είναι η εξουσία. Δεν υπάρχει σφάλμα ή αμαρτία, στην οποία να μη συμμετείχε λίγο ή πολύ.
Ας δούμε και το θέμα «δικονομία», για να συμπληρώσουμε τον ανωτέρω παραλληλισμό. Για να γίνει μια σωστή δίκη, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις για το ποιος είναι κατήγορος. Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν ο ενεχόμενος σε αδίκημα να είναι και εισαγγελέας; Πόσο μάλλον όταν όχι απλά ενέχεται, αλλά είναι ο φυσικός και ηθικός αυτουργός, και συναυτουργός ταυτόχρονα, σε όλα όσα έγιναν. Και μιλώ για την πολιτική μας ηγεσία τα τελευταία 30 χρόνια.
Όσο για τους Ευρωπαίους, ας μην επεκταθώ πολύ γιατί είναι τεράστιο κεφάλαιο. Για αυτό θα περιοριστώ σε κάτι που έχουν παραδεχτεί οι ίδιοι, άρα είναι αδιαμφισβήτητο: δεν ανακάλυψαν τώρα τι γινόταν, απλώς δεν τους συνέφερε να το σταματήσουν. Και αυτοί λοιπόν, που απέκρυψαν την κατάσταση για όσο τους βόλευε, κατήγοροι; Περιμένουμε ποτέ ότι θα εμπεδωθεί αίσθηση δικαίου σε έναν λαό, που αντιμετωπίζεται με τόσα μέτρα και σταθμά; Πρέπει να το δεχτούμε ως συλλήβδην υπόδικος ελληνικός λαός; Μπορώ παρακαλώ, όσον με αφορά, να βγω από το συσσωμάτωμα αυτό και να φωνάξω «ένσταση»;
Τι μας λες λοιπόν, θα με ρωτήσετε. «Όλα καλά τα κάναμε και να ξαναβγούμε λάδι». Επ’ ουδενί. Σκατά τα κάναμε. Αλλά λέω όμως ότι την αυτοκριτική μου, προτιμώ να την κάνω μόνος μου. Πόσο μάλλον την αυτομαστίγωσή μου. Και θα δεχτώ πιο εύκολα την ετερο-κριτική (sic), από έναν ανιδιοτελή κατήγορο. Επειδή τέτοιος δεν έχει φανεί ως τώρα, προτιμώ να φιλτράρω τις καταδίκες που μου θυροκολλούν κατά το μόνο δοκούν που μπορώ να εμπιστευτώ επί της παρούσης: το προσωπικό μου.
Τέλος, παρά τη μεγάλη δυσκολία της περίστασης, που επιβάλλει να είμαστε σκληροί με τον εαυτό μας, θα πω ότι η εικόνα ενός ηθικά τέλειου λαού από την οποία τόσο απέχουμε, είναι μία εικόνα πέρα για πέρα πλαστή και κατασκευασμένη. Το γερμανικό θαύμα δεν είναι παρά το αποτέλεσμα εξαιρετικής μεγαλοψυχίας εκ μέρους όλων των εναγόντων (ημών συμπεριλαμβανομένων) σε συνδυασμό με γεωπολιτικές συγκυρίες που επέβαλαν στη Δύση την παλινόρθωση της Γερμανίας.
Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κριθούμε βάσει τέτοιων κατασκευών και μύθων. Ούτε πρέπει να ενστερνιστούμε τη σύγκριση. Αν μας ενδιαφέρει το δίκαιο πάντοτε.
Πρέπει όντως να δούμε τι μπορούμε να διορθώσουμε. Οπωσδήποτε, δεν γίνεται να γίνουμε μια αγγελική κοινωνία από τη μία μέρα στην άλλη. Νοοτροπίες, στρεβλώσεις και σφάλματα δεκαετιών για να μην πω αιώνων, δεν αλλάζουν εν μία νυκτί. Και δύο περιπτώσεις υπάρχουν να μη το καταλαβαίνει αυτό κάποιος. Εξ αφελείας ή εκ του πονηρού.
Πρέπει να κάνουμε τη συλλογική μας ψυχοθεραπεία. Γιατί είμαστε ενήλικες και χωρίς αυτή δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε όσα έχουμε στραβομάθει από μικροί (γέρικο σκυλί κόλπα δεν μαθαίνει, που λένε και οι Αγγλοσάξονες). Δεν θα γίνουμε κάτι άλλο σε δύο, τρία ή πέντε χρόνια. Αν όμως η αλλαγή της εθνικής περσόνας μας γίνει με βία, δεν θα μας οδηγήσει στην αναμόρφωση (με την κυριολεκτική αλλά και την ποινική έννοια) αλλά στην εθνική νεύρωση, που με τη σειρά μας θα μας ρίξει στα εθνικά ναρκωτικά ή στην εθνική αυτοκτονία.
Στα ελληνικά και ξένα media, στήνονται τηλεδικαστήρια των Ελλήνων. Κατήγοροι δεν έχουν υπάρξει μόνο οι Γερμανοί αλλά και οι ίδιοι μας οι κυβερνώντες (βλ. ρήσεις ΓΑΠ, Πάγκαλου και άλλων στα ξένα Media και fora).
Πολλοί πολίτες, μέσα σε αυτό τον κυκεώνα κριτικής και αυτοκριτικής, ηθελημένα ή αθέλητα συνδιαλέγονται με αυτές τις μιντιακές τοποθετήσεις ή και τις υιοθετούν, τμηματικά ή πλήρως. Έτσι η αυτοκριτική μας διεξάγεται συχνά με αποφάνσεις δικαστή: φταίει αυτός, φταίει εκείνος, φταίνε και οι δύο, φταίνε όλοι...
Αφού όμως όλη αυτή η διαδικασία είναι δικαστικού χαρακτήρα, θα πρέπει μοιραία να διέπεται από αρχές δικαίου και δικονομίας.
Σε αυτόν τον χοντρικό παραλληλισμό, δίκαιο σημαίνει, ότι δεν γίνεται οι ευθύνες να ισοκατανέμονται με τη δικαιολογία ότι τα αδικήματα είναι της ίδιας ποιότητας. Ούτε η τιμωρία μπορεί να ισοκατανέμεται με το ίδιο σκεπτικό. Δεν μπορεί το πλημμέλημα και το πταίσμα να τιμωρούνται με όρους κακουργήματος.
Κακούργημα διέπραξαν όσοι είχαν τη γενική εικόνα της χώρας, και την απέκρυψαν. Κακούργημα διέπραξαν όσοι από υπεύθυνη θέση δεν έκαναν τίποτε για να αλλάξουν την εικόνα αυτή. Η λάθος ψήφος του πολίτη που ξεγελάστηκε ότι όλα πάνε καλά, χωρίς να έχει γενική εικόνα της χώρας, μπορεί να θεωρηθεί κακούργημα; Πόσο μάλλον που το λάθος είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα της δημοκρατίας (διαφορετικά θα έπρεπε να ψηφίζουμε με multiple choice από επιλογές που μας προσφέρει ομάδα πεφωτισμένων ειδικών και δεσποτών).
Δεν μιλώ φυσικά για αυτούς που ψήφιζαν για να εξυπηρετηθούν. Καταρχήν, είναι πολύ άδικο να λέμε ότι όλοι ήμασταν τέτοιοι. Υπάρχουν Έλληνες που από την ψήφο τους μόνο έχασαν, χωρίς κανένα «ανταποδοτικό όφελος».
Αλλά ας πάμε και στους ουκ ολίγους που βολεύτηκαν. Είναι ίδια η στάση ενός που έβαλε μέσο για να πάει σε μία υπηρεσία, όπου δουλεύει κανονικά -για τα μέτρα του συστήματος πάντοτε-, με έναν που έβαλε μέσο και δεν πατάει ποτέ στο πόστο του; Είναι ίδιο πράγμα ο «διορισμένος» με τον αργόμισθο; Δεν πρέπει να συνυπολογιστεί η εξακολουθητικότητα; Ο αργόμισθος παρανομεί καθημερινά, εξακολουθητικά. Δεν έβαλε άπαξ ένα μέσον για να μπει κάπου. Φαίνεται ότι έχει με το μέσον του σχέση τόσο «εξακολουθητική», ώστε να μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Ναι, έβλαψαν την πολιτεία και οι δύο, αλλά η «συχνότητα» και «ποσότητα» αλλάζουν την «ποιότητα» της βλάβης (ο επιβαρυντικός παράγοντας που λέγεται κατά συρροήν).
Επιπλέον, από τις κάθε λογής «εξυπηρετήσεις», τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, ωφελήθηκαν πολλοί αλλά σε καμία περίπτωση όλοι οι πολίτες. Αντίθετα, αν αναζητηθεί ένας κοινός παρονομαστής σε όλες τις παρεκτροπές, αυτός είναι η εξουσία. Δεν υπάρχει σφάλμα ή αμαρτία, στην οποία να μη συμμετείχε λίγο ή πολύ.
Ας δούμε και το θέμα «δικονομία», για να συμπληρώσουμε τον ανωτέρω παραλληλισμό. Για να γίνει μια σωστή δίκη, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις για το ποιος είναι κατήγορος. Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν ο ενεχόμενος σε αδίκημα να είναι και εισαγγελέας; Πόσο μάλλον όταν όχι απλά ενέχεται, αλλά είναι ο φυσικός και ηθικός αυτουργός, και συναυτουργός ταυτόχρονα, σε όλα όσα έγιναν. Και μιλώ για την πολιτική μας ηγεσία τα τελευταία 30 χρόνια.
Όσο για τους Ευρωπαίους, ας μην επεκταθώ πολύ γιατί είναι τεράστιο κεφάλαιο. Για αυτό θα περιοριστώ σε κάτι που έχουν παραδεχτεί οι ίδιοι, άρα είναι αδιαμφισβήτητο: δεν ανακάλυψαν τώρα τι γινόταν, απλώς δεν τους συνέφερε να το σταματήσουν. Και αυτοί λοιπόν, που απέκρυψαν την κατάσταση για όσο τους βόλευε, κατήγοροι; Περιμένουμε ποτέ ότι θα εμπεδωθεί αίσθηση δικαίου σε έναν λαό, που αντιμετωπίζεται με τόσα μέτρα και σταθμά; Πρέπει να το δεχτούμε ως συλλήβδην υπόδικος ελληνικός λαός; Μπορώ παρακαλώ, όσον με αφορά, να βγω από το συσσωμάτωμα αυτό και να φωνάξω «ένσταση»;
Τι μας λες λοιπόν, θα με ρωτήσετε. «Όλα καλά τα κάναμε και να ξαναβγούμε λάδι». Επ’ ουδενί. Σκατά τα κάναμε. Αλλά λέω όμως ότι την αυτοκριτική μου, προτιμώ να την κάνω μόνος μου. Πόσο μάλλον την αυτομαστίγωσή μου. Και θα δεχτώ πιο εύκολα την ετερο-κριτική (sic), από έναν ανιδιοτελή κατήγορο. Επειδή τέτοιος δεν έχει φανεί ως τώρα, προτιμώ να φιλτράρω τις καταδίκες που μου θυροκολλούν κατά το μόνο δοκούν που μπορώ να εμπιστευτώ επί της παρούσης: το προσωπικό μου.
Τέλος, παρά τη μεγάλη δυσκολία της περίστασης, που επιβάλλει να είμαστε σκληροί με τον εαυτό μας, θα πω ότι η εικόνα ενός ηθικά τέλειου λαού από την οποία τόσο απέχουμε, είναι μία εικόνα πέρα για πέρα πλαστή και κατασκευασμένη. Το γερμανικό θαύμα δεν είναι παρά το αποτέλεσμα εξαιρετικής μεγαλοψυχίας εκ μέρους όλων των εναγόντων (ημών συμπεριλαμβανομένων) σε συνδυασμό με γεωπολιτικές συγκυρίες που επέβαλαν στη Δύση την παλινόρθωση της Γερμανίας.
Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κριθούμε βάσει τέτοιων κατασκευών και μύθων. Ούτε πρέπει να ενστερνιστούμε τη σύγκριση. Αν μας ενδιαφέρει το δίκαιο πάντοτε.
Πρέπει όντως να δούμε τι μπορούμε να διορθώσουμε. Οπωσδήποτε, δεν γίνεται να γίνουμε μια αγγελική κοινωνία από τη μία μέρα στην άλλη. Νοοτροπίες, στρεβλώσεις και σφάλματα δεκαετιών για να μην πω αιώνων, δεν αλλάζουν εν μία νυκτί. Και δύο περιπτώσεις υπάρχουν να μη το καταλαβαίνει αυτό κάποιος. Εξ αφελείας ή εκ του πονηρού.
Πρέπει να κάνουμε τη συλλογική μας ψυχοθεραπεία. Γιατί είμαστε ενήλικες και χωρίς αυτή δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε όσα έχουμε στραβομάθει από μικροί (γέρικο σκυλί κόλπα δεν μαθαίνει, που λένε και οι Αγγλοσάξονες). Δεν θα γίνουμε κάτι άλλο σε δύο, τρία ή πέντε χρόνια. Αν όμως η αλλαγή της εθνικής περσόνας μας γίνει με βία, δεν θα μας οδηγήσει στην αναμόρφωση (με την κυριολεκτική αλλά και την ποινική έννοια) αλλά στην εθνική νεύρωση, που με τη σειρά μας θα μας ρίξει στα εθνικά ναρκωτικά ή στην εθνική αυτοκτονία.
Σημείωση εκ των υστέρων: δυστυχώς τα ποσοστά της Χρυσής Αβγής επιβεβαιώνουν την τελευταία φράση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου