Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Γιατί είμαστε Ελληνάρες (περί ατομικισμού εδώ και αλλού)



Ακολουθεί μια τρεχάτη ιστορική αναδρομή, σχηματική και ατελής, της νεότερης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, σε σχέση με το τι σημαίνει έθνος, κράτος, πολίτης, ατομικότητα.

Η αναδρομή αυτή επιχειρεί να ερμηνεύσει με τρόπο αποσπασματικό και ερασιτεχνικό (δεν είμαι ιστορικός) γιατί στην Ελλάδα έχουμε πολλούς ανεύθυνους πολίτες, φανατισμένους γύρω από την έννοια του έθνους, με άλλα λόγια Ελληνάρες (το προνομιακό πεδίο για τους σπόρους του φασισμού).

Πρόκειται για τμήμα κουβέντας στο noiz.gr πριν από περίπου έξι μήνες. Το αρχικό θέμα που τέθηκε ήταν ο όρος individuality (ατομικότητα) και πώς γινόταν αυτός αντιληπτός σε ένα πλαίσιο καπιταλιστικό στη Δύση του 19ου αιώνα, σε σύγκριση με την καθ΄ημάς ατομικότητα (σχετιζόμενη εν πολλοίς με την ύπαιθρο και την αγροτική ζωή).

Είμαι βέβαιος ότι ένας ιστορικός μπορεί να βρει μπόλικες ανακρίβειες στο κείμενό μου (θα χαρώ να επισημανθούν, για να μαθαίνουμε και τίποτε), το οποίο αποτελεί κοκτέιλ αναγνωσμάτων και ερμηνείων που δεν καλοθυμόμουν καν, οπότε απέδωσα σχηματικά. Είμαι όμως της άποψης ότι ο «μέσος πολίτης» πάντοτε αντιλαμβάνεται την ιστορία σχηματικά. Δεν είναι ούτε θα γίνει ιστορικός ούτε ιστοριοδίφης, εκτός αν το επιλέξει συνειδητά και το σπουδάσει (τυπικά ή άτυπα). Και πάλι εχέγγυα δεν υπάρχουν: και ο Άδωνις έχει διαβάσει τόνους βιβλία ιστορίας, αλλά ήταν τα λάθος βιβλία και ο λάθος αναγνώστης. Οπότε οι σχηματικές κουβέντες όχι μόνο δεν είναι άχρηστες αλλά σε πλείστες περιπτώσεις είναι οι μόνες δυνατές.

Για αυτό οι ιστορικοί ας το διαβάσουν με την επιείκεια που αρμόζει σε μια ιντερνετική συζήτηση μη ειδικών που προσπάθησε να κρατηθεί σε ένα επίπεδο χωρίς να καταντήσει απολύτως ακατανόητη στο μέσο αναγνώστη του μουσικού -εν προκειμένω- φόρουμ.


Γιατί είμαστε Ελληνάρες.


Το 19ο αιώνα αρχίζουν να παρακμάζουν/διαλύονται οι μεγάλες αυτοκρατορίες (Οθωμανική, Αυστροουγγρική κ.ά.) και επίσης αρχίζει σταδιακά η παρακμή του αποικιοκρατικού μοντέλου, όπως εκφράστηκε με ανεξαρτητοποιήσεις αποικιών. Πρώτες άνοιξαν το χορό οι ΗΠΑ εναντίον των Άγγλων και νωρίς στον 19ο αιώνα σημειώθηκαν επαναστάσεις στη λατινική Αμερική εναντίον των Ισπανών, αρχές 20ου αιώνα οι Μπόερς κοκ.

Μέχρι την παρακμή των αυτοκρατοριών οι άνθρωποι δεν ήταν πολίτες αλλά υπήκοοι τεράστιων σχηματισμών.

Μετά όμως φάνηκε ότι αυτοί οι σχηματισμοί (αυτοκρατορίες) δεν είχαν ψωμιά. Τότε προέκυψε σαν κοινωνική-ιστορική-οικονομική αναγκαιότητα το έθνος-κράτος, ως μια οντότητα αυτοτελής, ισχυρή, αυτάρκης, ικανή να αμύνεται ή και να επιτίθεται, αλλά όντας πιο ευέλικτη και συμπαγής σε σχέση με τα πολυεθνικά μεγαθήρια όπως η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία.

Στα έθνη-κράτη η έννοια της εθνικής ομοιογένειας δεν ήταν πάντοτε προαπαιτούμενο. Ας πούμε, στις ΗΠΑ οι ιδρυτικές διακηρύξεις δεν απαιτούσαν να είναι όλοι οι πολίτες του νέου κράτους αποκλειστικά αγγλόφωνοι (ή ολλανδόφωνοι ή γαλλόφωνοι κοκ). Πνεύμα που συντηρείται μέχρι σήμερα.

Αντιστοίχως η γαλλική επανάσταση άφηνε μεγάλα περιθώρια για κράτη πολυσυλλεκτικά από πλευράς εθνοτήτων, αρκεί να αποδέχονται όλοι οι πολίτες τους κοινούς στόχους (κοινή πρόοδος της ομάδας, δηλαδή του έθνους).

Στον αντίποδα η γερμανική εκδοχή του εθνικισμού ζητούσε εθνική ομοιογένεια και επειδή αυτή δεν υπήρχε (τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό), χρειάστηκε να την κατασκευάσει λίγο-πολύ, κυρίως μέσα από την παιδεία και ιδίως την ιστοριογραφία. Είναι η περίφημη σχολή του φον Ράνκε και των επιγόνων του, που λέγεται γερμανικός ιστορισμός.

Ο ιστορισμός σαν τάση εισήχθη και στην Ελλάδα από τον Σπ. Ζαμπέλιο και προπάντων τον Κ. Παπαρρηγόπουλο (αποκλειστικοί αντιπρόσωποι) όπου μπολιάστηκε με το ένδοξο αρχαίο παρελθόν, δημιουργώντας το τρισχιλιετές μοντέλο της ιστορικής συνέχειας.

Και εκεί δημιουργήθηκε το νεοελληνικό παράδοξο.

Από τη μια μεριά οι Έλληνες στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν υπήκοοι μιας αχανούς (και προσφάτως παρακμάζουσας) αυτοκρατορίας, και μάλιστα σε ένα γεωγραφικό χώρο που περιλάμβανε πολύ φτωχές και άγονες περιοχές (τι είν'η πατρίδα μας; Μην είναι τα βουνά; Μέσα έπεσες μεγάλε, πολύ βουνό μιλάμε...)

Αυτές οι φτωχές ορεινές και ημιορεινές περιοχές είχαν ελάχιστο ενδιαφέρον για την Πύλη και ήταν άκρως παραμελημένες. Οι κάτοικοί τους ήταν φτωχοί αγρότες που κοίταζαν κυρίως το χαραφάκι τους (αφού στην οθωμανική αυτοκρατορία υπήρχε ιδιοκτησία κλήρου για τον απλό υπήκοο, σε αντίθεση με το φεουδαλικό δυτικό σύστημα με τους κολλίγες). Υπήρχε δηλαδή ένας ατομικισμός βαλκανικού τύπου. Αυτός δεν έχει σχέση με τον όρο individualism που είναι μια αξία του καπιταλισμού.

Η διαφορά είναι στη Δ. Ευρώπη υπήρχαν αφενός μακραίωνες διεργασίες αστικοποίησης που απελευθέρωσαν το άτομο, και ταυτόχρονα το φεουδαλικό παρελθόν που εμπέδωσε μια έννοια συμμόρφωσης προς την κεντρική εξουσία. Έτσι ο πολίτης προόδευε μεν ατομικά, αλλά παρακολουθώντας τους κανόνες και το πλαίσιο μιας εξουσίας, η οποία κατέληξε σταδιακά να είναι το κράτος.

Αντίθετα στα καθ' ημάς οι αγρότες υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας ελάχιστα ένιωθαν την παρουσία της κεντρικής εξουσίας, η οποία ενδιαφερόταν να μαζεύει κυρίως το μπαγιόκο, βλ. φόρους.

Υπήρχε βέβαια στον ελλαδικό χώρο μια συλλογικότητα με ισχυρό πλαίσιο, η κοινότητα, το χωριό δηλαδή, που είχε πολύ συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς και πλαίσιο. Όσο οι Έλληνες ζούσαν σε κοινότητες τα πράγματα ήταν απλούστερα, γιατί στα χωριά τους όλοι ξέρουν να φέρονται με βάση τους κανόνες. Υπήρχε δηλαδή κουλτούρα.

Αλλά στη σύγχρονη εποχή δεν ευνοούνται αυτού του τύπου οι παραδοσιακές κοινότητες και έτσι, όταν άρχισε ο εκσυγχρονισμός και η αστυφιλία, οι άνθρωποι του χωριού βρέθηκαν στην πόλη, όπου όμως δεν προϋπήρχε καμία κουλτούρα πόλης για να την υιοθετήσουν (ενώ στην Ευρώπη υπήρχαν μεγαλουπόλεις από τον Μεσαίωνα). Από την άλλη μεριά ούτε η κουλτούρα του χωριού ήταν λειτουργική σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Έτσι κάπως καταλήξαμε ακούλτουροι. Και στο πέρασμα των δεκαετιών, η ελληνική ελίτ ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να εμφυσήσει προς τα κάτω κάποιες πιο βαθιές αξίες που θα μετέτρεπαν τον πρώην υπήκοο σε νυν πολίτη.

Και εδώ είναι το παράδοξο.Από τα γεννοφάσκια μας μαθαίνουμε ότι γεννήσαμε τις δυτικές αξίες, και ταυτόχρονα στην πράξη δεν μπορούμε ούτε να τις κατανοήσουμε ούτε να τις υπηρετήσουμε. Και όσο πιο περήφανους μας κάνει η εθνική ιστοριογραφία και μυθολογία, άλλο τόσο αδυνατούμε να καταλάβουμε γιατί δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτό που μας λένε ότι είμαστε. Μένουμε με ένα κενό ταυτότητας, μια υπαρξιακή σαστιμάρα.

Σε όλη την Ευρώπη το κοινό παρελθόν κατασκευάστηκε λίγο ή πολύ από την εκπαίδευση. Δεν είμαστε οι μόνοι όπου το παρελθόν ερμηνεύτηκε κατά το δοκούν. Στην Ελλάδα όμως οι κατασκευές αυτές δημιούργησαν έναν μέσο πολίτη με ακραίες αντιφάσεις, και αυτό είναι η ιδιαιτερότητά μας.

Σαν κερασάκι στην τούρτα, η μιντιακή και λάιφσταιλ αποχαύνωση των τελευταίων 25 ετών έσβησε πολλά καλά στοιχεία που υπήρχαν και απενοχοποίησε-αποχαλίνωσε τον ελληναρισμό, αλλοτριώνοντας μαζικά πολίτες.

Υπάρχουν καλοί Έλληνες πολίτες -και υπάρχουν επίσης καλά στοιχεία μέσα στους κακούς πολίτες- αλλά θα χρειαστεί πολύς καιρός για να κυριαρχήσουν αυτά έναντι των άλλων.

Σαν τελικό σχόλιο, έχω την εντύπωση ότι το σύνολο ήταν πιο σημαντικό από το άτομο στις απαρχές των εθνικών κρατών της Ευρώπης, παρότι δεν νοείται δυτικό κράτος χωρίς ατομική ελευθερία. Εξάλλου η μεγαλύτερη παράδοση ιντιβιντουαλισμού υπάρχει στις ΗΠΑ, όπου ποτέ δεν υπήρξε αχαλίνωτος εθνικισμός ευρωπαϊκού τύπου. Αλλά και στην Ευρώπη η έννοια του υπερανθρώπου (όχι η νιτσεϊκή αλλά ως αποθέωση του ατομικισμού) δεν βρήκε την έκφρασή της τον 19ο αιώνα, αλλά στον Μεσοπόλεμο και το ναζισμό. Αλλά ο εθνικοσοσιαλισμός δεν πρέπει να παρεξηγείται σαν εθνικισμός (παρότι οι Έλληνες εκφραστές του ναζισμού δηλώνουν εθνικιστές, ιστορικά ποτέ δεν συνυπήρξαν οι δύο τάσεις). Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι, κατά μία ιστορική άποψη που βρίσκω σωστή, αυτό που λέμε μετα-νεωτερικό φαινόμενο, μια συνέχιση-καρικατούρα του εθνικισμού ιδωμένη μέσα από παραμορφωτικό φακό.


Περί Δικονομίας και Δικαίου (κατανομή ευθυνών για την κρίση).

Από την κλιμάκωση της καθ’ ημάς κρίσης και μετά έχει αναπτυχθεί μια έντονη διαλεκτική σχετικά με το ποιος φταίει.

Θα έλεγα ότι στο θέμα αυτό υπάρχει ένας νοηματικός άξονας με δύο άκρα, δύο αντιθετικά ζεύγη, το «φταίμε εμείς» και το «φταίνε οι άλλοι», όπου «εμείς» είμαστε οι ίδιοι οι πολίτες, νοούμενοι ως εαυτοί αλλά και ως σύνολο, και «άλλοι» είναι οι πολιτικοί, η Ε.Ε. και κάθε εξωγενής παράγοντας.

Είναι προφανές ότι όποιος επιλέγει ένα από τα δύο άκρα είναι άουτ, και όπως μου έχει δείξει η προσωπική μου εμπειρία, είναι κατά κανόνα κακός συνομιλητής, με φτωχά επιχειρήματα· καμιά φορά και με κακούς τρόπους, θα παρατηρούσα με κοινωνιολογική διάθεση.

Ενδιάμεσα όμως υπάρχουν μια σειρά από τοποθετήσεις, λιγότερο ή περισσότερο νηφάλιες, που χωρούν περισσότερη και πιο ουσιαστική συζήτηση. Η συζήτηση αυτή, αν μπορούσε να γίνει δημόσια και με μαζικούς όρους, θα ήταν ιδανική πράξη αυτοθεραπείας μιας κοινωνίας. Δυστυχώς ένας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει αμεσοδημοκρατική κουλτούρα, η δε πόλωση της εποχής μας τον καθιστά ακόμη πιο ανέφικτο.

Στο παρακάτω κείμενό μου επιχειρώ να ανασκευάσω τις ευκολίες της άποψης ότι φταίμε για όλα εμείς και σε τίποτε οι Ευρωπαίοι. Αναρτήθηκε σαν απάντηση σε ιντερνετικό διάλογο που διεξάχθηκε στο φόρουμ για μουσικούς noiz.gr, όπου είδα με έκπληξή μου να επικρατεί μια ρητορική νεοφιλελεύθερη, πολύ κοντά στο «μαζί τα φάγαμε» και στο «οι Ευρωπαίοι είναι ευεργέτες μας».

Το πνεύμα του κειμένου είναι ότι σε κάθε δίκη (απόδοση ευθυνών) πρέπει να κυριαρχεί η κοινή λογική (δικονομία και διακρίσεις μεταξύ αδικημάτων) προκειμένου να μην πέφτουμε σε ισοπεδωτικές και απολυταρχικής οπτικής αποφάνσεις. Η σχετικοποίηση της ευθύνης και η αναγνώριση διαβαθμίσεων συνεπάγεται (σε λογικά σκεπτόμενα άτομα) την άμεση απόρριψη κάθε μονόπαντης, εξαπλουστευτικής ρητορικής, όπως είναι στην ουσία το «φταίμε εμείς οι ίδιοι».

Γράφτηκε Φλεβάρη του '11.

Τις πταίει;


Τον τελευταίο χρόνο πολλοί πολίτες αναρωτιούνται τι πήγε λάθος στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτής της αποτίμησης είναι πολύ επίπονη, αιματηρή θα έλεγα, όπως κάθε αυστηρή ενδοσκόπηση. Επιπλέον θέλει καθαρό μυαλό. Κάθε απλοποίηση μοιραία τσακίζεται από την πραγματικότητα: αυτή είναι ως συνήθως αμείλικτα πολυσύνθετη. 

Στα ελληνικά και ξένα media, στήνονται τηλεδικαστήρια των Ελλήνων. Κατήγοροι δεν έχουν υπάρξει μόνο οι Γερμανοί αλλά και οι ίδιοι μας οι κυβερνώντες (βλ. ρήσεις ΓΑΠ, Πάγκαλου και άλλων στα ξένα Media και fora).

Πολλοί πολίτες, μέσα σε αυτό τον κυκεώνα κριτικής και αυτοκριτικής, ηθελημένα ή αθέλητα συνδιαλέγονται με αυτές τις μιντιακές τοποθετήσεις ή και τις υιοθετούν, τμηματικά ή πλήρως. Έτσι η αυτοκριτική μας διεξάγεται συχνά με αποφάνσεις δικαστή: φταίει αυτός, φταίει εκείνος, φταίνε και οι δύο, φταίνε όλοι...

Αφού όμως όλη αυτή η διαδικασία είναι δικαστικού χαρακτήρα, θα πρέπει μοιραία να διέπεται από αρχές δικαίου και δικονομίας.

Σε αυτόν τον χοντρικό παραλληλισμό, δίκαιο σημαίνει, ότι δεν γίνεται οι ευθύνες να ισοκατανέμονται με τη δικαιολογία ότι τα αδικήματα είναι της ίδιας ποιότητας. Ούτε η τιμωρία μπορεί να ισοκατανέμεται με το ίδιο σκεπτικό. Δεν μπορεί το πλημμέλημα και το πταίσμα να τιμωρούνται με όρους κακουργήματος. 

Κακούργημα διέπραξαν όσοι είχαν τη γενική εικόνα της χώρας, και την απέκρυψαν. Κακούργημα διέπραξαν όσοι από υπεύθυνη θέση δεν έκαναν τίποτε για να αλλάξουν την εικόνα αυτή. Η λάθος ψήφος του πολίτη που ξεγελάστηκε ότι όλα πάνε καλά, χωρίς να έχει γενική εικόνα της χώρας, μπορεί να θεωρηθεί κακούργημα; Πόσο μάλλον που το λάθος είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα της δημοκρατίας (διαφορετικά θα έπρεπε να ψηφίζουμε με multiple choice από επιλογές που μας προσφέρει ομάδα πεφωτισμένων ειδικών και δεσποτών).

Δεν μιλώ φυσικά για αυτούς που ψήφιζαν για να εξυπηρετηθούν. Καταρχήν, είναι πολύ άδικο να λέμε ότι όλοι ήμασταν τέτοιοι. Υπάρχουν Έλληνες που από την  ψήφο τους μόνο έχασαν, χωρίς κανένα «ανταποδοτικό όφελος». 

Αλλά ας πάμε και στους ουκ ολίγους που βολεύτηκαν. Είναι ίδια η στάση ενός που έβαλε μέσο για να πάει σε μία υπηρεσία, όπου δουλεύει κανονικά -για τα μέτρα του συστήματος πάντοτε-, με έναν που έβαλε μέσο και δεν πατάει ποτέ στο πόστο του; Είναι ίδιο πράγμα ο «διορισμένος» με τον αργόμισθο; Δεν πρέπει να συνυπολογιστεί η εξακολουθητικότητα; Ο αργόμισθος παρανομεί καθημερινά, εξακολουθητικά. Δεν έβαλε άπαξ ένα μέσον για να μπει κάπου. Φαίνεται ότι έχει με το μέσον του σχέση τόσο «εξακολουθητική», ώστε να μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Ναι, έβλαψαν την πολιτεία και οι δύο, αλλά η «συχνότητα» και «ποσότητα» αλλάζουν την «ποιότητα» της βλάβης (ο επιβαρυντικός παράγοντας που λέγεται κατά συρροήν).

Επιπλέον, από τις κάθε λογής «εξυπηρετήσεις», τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, ωφελήθηκαν πολλοί αλλά σε καμία περίπτωση όλοι οι πολίτες. Αντίθετα, αν αναζητηθεί ένας κοινός παρονομαστής σε όλες τις παρεκτροπές, αυτός είναι η εξουσία. Δεν υπάρχει σφάλμα ή αμαρτία, στην οποία να μη συμμετείχε λίγο ή πολύ.

Ας δούμε και το θέμα «δικονομία», για να συμπληρώσουμε τον ανωτέρω παραλληλισμό. Για να γίνει μια σωστή δίκη, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις  για το ποιος είναι κατήγορος. Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν ο ενεχόμενος σε αδίκημα να είναι και εισαγγελέας; Πόσο μάλλον όταν όχι απλά ενέχεται, αλλά είναι ο φυσικός και ηθικός αυτουργός, και συναυτουργός ταυτόχρονα, σε όλα όσα έγιναν. Και μιλώ για την πολιτική μας ηγεσία τα τελευταία 30 χρόνια.

Όσο για τους Ευρωπαίους, ας μην επεκταθώ πολύ γιατί είναι τεράστιο κεφάλαιο. Για αυτό θα περιοριστώ σε κάτι που έχουν παραδεχτεί οι ίδιοι, άρα είναι αδιαμφισβήτητο: δεν ανακάλυψαν τώρα τι γινόταν, απλώς δεν τους συνέφερε να το σταματήσουν. Και αυτοί λοιπόν, που απέκρυψαν την κατάσταση για όσο τους βόλευε, κατήγοροι; Περιμένουμε ποτέ ότι θα εμπεδωθεί αίσθηση δικαίου σε έναν λαό, που αντιμετωπίζεται με τόσα μέτρα και σταθμά; Πρέπει να το δεχτούμε ως συλλήβδην υπόδικος ελληνικός λαός; Μπορώ παρακαλώ, όσον με αφορά, να βγω από το συσσωμάτωμα αυτό και να φωνάξω «ένσταση»;

Τι μας λες λοιπόν, θα με ρωτήσετε. «Όλα καλά τα κάναμε και να ξαναβγούμε λάδι». Επ’ ουδενί. Σκατά τα κάναμε. Αλλά λέω όμως ότι την αυτοκριτική μου, προτιμώ να την κάνω μόνος μου. Πόσο μάλλον την αυτομαστίγωσή μου. Και θα δεχτώ πιο εύκολα την ετερο-κριτική (sic), από έναν ανιδιοτελή κατήγορο. Επειδή τέτοιος δεν έχει φανεί ως τώρα, προτιμώ να φιλτράρω τις καταδίκες που μου θυροκολλούν κατά το μόνο δοκούν που μπορώ να εμπιστευτώ επί της παρούσης: το προσωπικό μου.

Τέλος, παρά τη μεγάλη δυσκολία της περίστασης, που επιβάλλει να είμαστε σκληροί με τον εαυτό μας, θα πω ότι η εικόνα ενός ηθικά τέλειου λαού από την οποία τόσο απέχουμε, είναι μία εικόνα πέρα για πέρα πλαστή και κατασκευασμένη. Το γερμανικό θαύμα δεν είναι παρά το αποτέλεσμα εξαιρετικής μεγαλοψυχίας εκ μέρους όλων των εναγόντων (ημών συμπεριλαμβανομένων) σε συνδυασμό με γεωπολιτικές συγκυρίες που επέβαλαν στη Δύση την παλινόρθωση της Γερμανίας.

Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κριθούμε βάσει τέτοιων κατασκευών και μύθων. Ούτε πρέπει να ενστερνιστούμε τη σύγκριση. Αν μας ενδιαφέρει το δίκαιο πάντοτε.

Πρέπει όντως να δούμε τι μπορούμε να διορθώσουμε. Οπωσδήποτε, δεν γίνεται να γίνουμε μια αγγελική κοινωνία από τη μία μέρα στην άλλη. Νοοτροπίες, στρεβλώσεις και σφάλματα δεκαετιών για να μην πω αιώνων, δεν αλλάζουν εν μία νυκτί. Και δύο περιπτώσεις υπάρχουν να μη το καταλαβαίνει αυτό κάποιος. Εξ αφελείας ή εκ του πονηρού.

Πρέπει να κάνουμε τη συλλογική μας ψυχοθεραπεία. Γιατί είμαστε ενήλικες και χωρίς αυτή δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε όσα έχουμε στραβομάθει από μικροί (γέρικο σκυλί κόλπα δεν μαθαίνει, που λένε και οι Αγγλοσάξονες). Δεν θα γίνουμε κάτι άλλο σε δύο, τρία ή πέντε  χρόνια. Αν όμως η αλλαγή της εθνικής περσόνας μας γίνει με βία, δεν θα μας οδηγήσει στην αναμόρφωση (με την κυριολεκτική αλλά και την ποινική έννοια) αλλά στην εθνική νεύρωση, που με τη σειρά μας θα μας ρίξει στα εθνικά ναρκωτικά ή στην εθνική αυτοκτονία.


Σημείωση εκ των υστέρων: δυστυχώς τα ποσοστά της Χρυσής Αβγής επιβεβαιώνουν την τελευταία φράση.



Θυσία σε άγνωστο, άχρηστο θεό

-->
Προς το τέλος του 2008 άνοιξε το tvxs.gr, το πρώτο σάιτ στην Ελλάδα στο οποίο υπήρχε εκτεταμένος πολιτικός σχολιασμός από μέλη και διάλογος μεταξύ τους, ενίοτε πολύ υψηλού επιπέδου -καμία σχέση με τον οχετό του facebook.
Σύντομα αφότου ξεκίνησε, σημειώθηκαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008, και το σάιτ μετατράπηκε αυτόματα σε έναν χώρο διαλόγου και όσμωσης όλου του αριστερού φάσματος (από κεντροαριστερά μέχρι αναρχικούς). Η φόρα αυτή διατηρήθηκε για ένα χρόνο και βάλε.
Εκείνη την περίοδο έγραφα πολύ συχνά αλλά και διάβαζα φανατικά κάποιους σχολιαστές που έγραφαν εξαιρετικά κείμενα, όπως ο Elikas, ο Zaphod ή ο αγαπημένος μου, ο σοφός αναρχικός bobfisher. Τα κείμενα αυτών (και πολλών άλλων) ήταν πολύ ανώτερα σε επίπεδο από το κανονικό περιεχόμενο του σάιτ.
Δυστυχώς το tvxs κατάργησε το αρχείο του και δεν μπορώ να ανατρέξω ούτε στα κέιμενα άλλων ούτε στα δικά μου. Βρήκα όμως κάποια πράγματα στο δικό μου αρχείο.
Παρά το αριστερόστροφο του κοινού του σάιτ, υπήρχαν αναγνώστες και σχολιαστές από κάθε πολιτική απόχρωση. Και ναι, και ακροδεξιοί, αφού ήδη υπήρχε το ΛΑΟΣ.
Τότε κυκλοφόρησαν τα πρώτα φασιστοτρόλ της Χρυσής Αβγής (μερικές φορές δεν τους ξεχώριζες από τους καρατζαφερικούς), που έδιναν ήδη τη δική τους μάχη προσηλυτισμού αφενός αλλά και τρολαρίσματος αφετέρου. Για τους μη γνώστες, τρολάρισμα είναι να παρενοχλείς τους άλλους με τα γραφόμενά σου στα social media, είτε βρίζοντας είτε εκτροχιάζοντας τη συζήτηση είτε ρίχνοντας το επίπεδο της επιχειρηματολογίας, ο δε φερόμενος κατ’ αυτόν τρον τρόπο λέγεται τρολ. Ίδε και εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Troll_(Internet).
Σήμερα η ακροδεξιά ρητορική είναι πλέον εδραιωμένη, αλλά τότε (με την κρίση στα σπάργανα, με το εξεγερσιακό άρωμα του Δεκέμβρη στον αέρα και τα δημοκρατικά αντανακλαστικά του μέινστριμ πολίτη λιγότερο σκουριασμένα) μας προξενούσε δεινή εντύπωση.
Τότε εμπνεύστηκα το παρακάτω κείμενο, το οποίο και πόσταρα σαν σχόλιο σε κάποια συζήτηση όπου είχαν εμφανιστεί αρκετά τρολ αναμασώντας ιδέες περί εθνικής καθαρότητας. Σκοπός μου ήταν να κλονίσω, έστω και σε υποσυνείδητο επίπεδο, τις βεβαιότητές τους, γνωρίζοντας φυσικά ότι υπήρχαν μηδαμινές ελπίδες να συμβεί κάτι τέτοιο. 
Το κείμενο διαπνέεται από έναν συναισθηματικό τόνο που μπορεί να φαντάζει αταίριαστος με την περίσταση και τους αποδέκτες. Από την αλλη μεριά θεώρησα καθήκον μου, αντί να απαντήσω με απαξίωση (άντε γαμήσου ρε φασίστα) όπως μπορεί και να είχα κάνει κάποιες φορές, να επιχειρήσω να τους απευθυνθώ σοβαρά, με λέξεις και φράσεις που λειτουργούν σαν κοκκαλιάρικα δάχτυλα μάγισσας, τόσο μακριά και επίμονα που μπορούν να τρυπώσουν μέσα από πλεκτούς σιδηρούς χιτώνες για να αγγίξουν λίγο άνθρωπο. Γράφτηκε άνοιξη 2009.


Προς όλους τους πιστούς του θεού της Φυλετικής Ανωτερότητας.

Χιλιάδες χρόνια τώρα θυσιάζετε ανθρώπους στα πόδια του θεού σας. Τους σφάζετε και τους ακρωτηριάζετε. Ταΐζετε το θεό σας με τη σάρκα τους. Του δίνετε να πιει το αίμα τους. Οι θυσίες σας είναι μάταιες. Ο θεός σας δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρχε. Γιατί ακόμη και όταν ήταν ζωντανός, ποτέ δεν ήταν αληθινός.
Κάπου βαθιά μέσα σας υπάρχει μια σπίθα. Μια φωνή που λέει «μήπως κάνω λάθος; Μήπως ο θεός μου δεν υπάρχει; Μήπως τελικά δεν είμαι ανώτερος από τους άλλους αλλά ίσος με κάθε άλλο ανθρώπινο ον;». 
Την πολεμάτε αυτή τη φωνή. Τη φιμώνετε. Την καταπνίγετε. Κάνετε ότι δεν υπάρχει. Αρνείστε να αναγνωρίσετε την ύπαρξή της. Γιατί αν υπάρχει η αμφιβολία, δεν υπάρχετε εσείς.
Σας έχουν μάθει, όλους μας έχουν μάθει, να μην είμαστε οι εαυτοί μας. Μας έχουν μάθει να είμαστε το μίσος, η εμπάθεια, η δίψα για επικράτηση. Και όταν κάποιος μας τα πάρει όλα αυτά, γινόμαστε τίποτα. 
Μας έχουν μάθει να νιώθουμε καλοί μόνο όταν είμαστε καλύτεροι από κάποιον άλλον. Ακόμη και αν πρέπει να γίνουμε οι χειρότεροι για να το αποδείξουμε.
Μας έχουν μάθει να κρύβουμε τα δικά μας προβλήματα, το δικό μας φόβο, τη δική μας ανεπάρκεια πίσω από αυτό τον ψεύτικο θεό της ψεύτικης ανωτερότητας, της κίβδηλης  καθαρότητας. Και το κυριότερο, πίσω από αυτή τη θεότητα, πίσω από το είδωλό της,  κρύβουμε τη δυνατότητα να γίνουμε αυτοί που θα μπορούσαμε να είμαστε. Καλοί άνθρωποι. 
Βλέπετε, όταν φταίει πάντα ο ακάθαρτος ξένος, όταν για όλα είναι υπεύθυνος ο (προσωρινά) προαιώνιος εχθρός, ποτέ δεν θα φταίμε εμείς. Ούτε θα είμαστε εμείς υπεύθυνοι για τίποτα. Έτσι θα μείνουμε για πάντα αδιόρθωτοι. Υποχείρια όπως μας θέλουν. Να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας για φαντάσματα και πουκάμισα αδειανά.
Αφήστε την καρδιά σας να μαλακώσει. Αφήστε έστω για μια φορά τη φωνή της αμφιβολίας να ακουστεί. Μη φοβάστε τις ερωτήσεις της. Εξάλλου αν ο θεός σας είναι τόσο γνήσιος, αν είναι όντως θεός, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί, έτσι δεν είναι;
Τότε, μπορεί να συμβεί κάτι που δεν περιμένατε. Μπορεί να νιώσετε καλά με τους άλλους. Μπορεί να νιώσετε ότι τόσο καιρό ο φόβος και το μίσος σας για αυτούς δεν ήταν αυτό που σας έκανε να ξεχωρίζετε αλλά αυτό που σας έτρωγε ζωντανούς. Και για πρώτη φορά, μπορεί να νιώσετε καλά με τον εαυτό σας. Τον τόσο αδικημένο από πολλούς, κυρίως όμως από εσάς τους ίδιους.
Σκεφτήκατε ποτέ ότι κάθε εθνικιστής πιστεύει ακράδαντα ότι η δική του φυλή είναι η ανώτερη, η εκλεκτή, η περιούσια; Ο Έλληνας εθνικιστής αυτό πιστεύει, ταυτόχρονα ο μεγάλος του εχθρός, ο Τούρκος εθνικιστής, νομίζει ακριβώς το ίδιο για τη δική του φυλή. Ο Γερμανός και ο Άγγλος το ίδιο. Ο Αλβανός και ο Έλληνας το ίδιο. Ο Αμερικανός και ο Ιάπωνας το ίδιο. Ακόμη και ο Γερμανός και ο Εβραίος, το ίδιο νιώθουν. 

Όλοι αυτοί οι αιώνιοι αντίπαλοι (που επίτηδες παρέθεσα σε αντιθετικά ζεύγη) αγαπούν παράφορα τη φυλή τους και μισούν κάθε άλλη, με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ζέση όπως εσείς. Και είναι ένα εκατομμύριο τοις εκατό σίγουροι ότι δεν κάνουν λάθος.
Όλοι αυτοί πολέμησαν και έχυσαν το αίμα τους, όπως και των εχθρών τους, με αυτή τη βεβαιότητα. Ότι αυτοί είναι οι καθαροί και οι ανώτεροι και ότι όλοι οι άλλοι έπρεπε να ηττηθούν και να εξοντωθούν. Τελικά, όλοι έχουν άδικο, εκτός από μας; Μα και αυτοί το ίδιο λένε για μας.
Αν μια φορά δώσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία για την οποία διψάει, να αποδείξει την ανωτερότητά του, ας είναι μια πραγματική ανωτερότητα. Μια ανώτερη ανθρώπινη συμπεριφορά και συνείδηση.
Ας φανούμε ανώτεροι, αλλά όχι από τους άλλους, γιατί αυτό δεν γίνεται. Ας φανούμε ανώτεροι από τον χθεσινό, τον φανατισμένο, τον ελλειμματικό εαυτό μας.
Και μόλις βρούμε τον εαυτό μας, τότε θα ξέρουμε χωρίς δεύτερη σκέψη, ποιος είναι αυτός που μας φταίει πραγματικά. Και θα διεκδικήσουμε αυτό που πραγματικά μας αξίζει. Δεν θα ζητάμε το αίμα των άλλων, αλλά το δικό μας αίμα και τη δική μας ζωή. Μας τη χρωστούν οι καθοδηγητές μας. Δεν θα μας τη δώσουν, αν δε τη ζητήσουμε. Και δεν θα τη ζητήσουμε, αν δεν υποψιαζόμαστε καν ότι υπάρχει.



Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ο Κατίδης και οι ελέφαντες



Το παρθενικό κείμενο του ιστολογίου είναι φρέσκο. Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από το φλέγον ζήτημα του φασισμού στην Ελλάδα, που με απασχολεί ως έσχατη ένδειξη ξεπεσμού μιας κοινωνίας.
Ερέθισμα για να γραφτεί αποτέλεσε η πρόσφατη συνέντευξη-απολογία Κατίδη. Για τους όχι και τόσο ποδοσφαιρόφιλους, ο Κατίδης είναι ο νεαρός παίκτης της ΑΕΚ που τιμωρώθηκε από την ομοσπονδία με ισόβιο αποκλεισμό, γιατί πανηγύρισε ένα κρίσιμο γκολ με ναζιστικό χαιρετισμό προς την εξέδρα. 
Την τιμωρία του Κατίδη, αλλά και την ευρεία αποδοκιμασία του από πολλούς, ακόμη και από τους οπαδούς της ομάδας του, ακολούθησαν διάφορες συνεντεύξεις, όπου προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του.
Πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση συνιστά η τελευταία συνέντευξή του, όπου ομολογεί ότι ήταν πολύ κακός μαθητής, ιδίως στην ιστορία, τόσο που δεν γνώριζε καν τι γιορτάζουμε την 28η και την 25η, ούτε ποιος ήταν ο Χίτλερ. Η κίνηση του χαιρετισμού, λέει ο Κατίδης, έγινε μιμητικά από διάφορα ιντερνετικά βιντάκια, χωρίς να γνωρίζει το ιδιαίτερο νόημά του.
Στην ουσία, συνεχίζει ο Κατίδης, αν δεν είχε κάνει αυτή τη γκάφα δεν θα είχε μάθει ποτέ (όπως υποχρεώθηκε τώρα) ούτε τα ιστορικά γεγονότα ούτε τις αληθινές θέσεις της Χρυσής Αβγής –σπεύδει να αποκηρύξει μάλιστα τις απόψεις της περί μεταναστών.
Στα σάιτ που περιδιαβαίνω και επιτρέπουν σχολιασμό κάποιου στοιχειώδους επιπέδου (όπως το sarantakos.wordpress.com, το lifo.gr ή παλιότερα το tvxs κ.λπ.) είδα σχόλια δύσπιστων αναγνωστών που ερμηνεύουν τα λεγόμενα του Κατίδη σαν υπερασπιστική γραμμή.
Παρά και τη δική μου αναρώτηση κατά πόσο αποτελεί όντως υπερασπιστική γραμμή, θα αποτολμήσω τη σκέψη ότι τελικά, σε γενικές γραμμές, η εξομολόγηση δεν απέχει και τόσο από την αλήθεια. Αν όχι από τη δική του αλήθεια, τουλάχιστον από τη γενική.
Νομίζω (και μου το επιβεβαιώνουν και άλλοι που έρχονται σε επαφή με νέους ανθρώπους) ότι όντως η διείσδυση της Χρυσής Αβγής σε νεαρές ηλικίες οφείλεται στο ξεθώριασμα της μνήμης. Παντού: στα σχολεία, στα σπίτια, μέσα μας.
Οι μνήμες από τα γεγονότα της Κατοχής αλλά ακόμη και από την πιο πρόσφατη Επταετία όντως ξεθώριασαν. Η ανατριχίλα που μας προκαλούσε οτιδήποτε ακροδεξιό στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έγινε αντανακλαστικό που χάθηκε με τη μέση ηλικία.
Οι σχετικοί εορτασμοί εκφυλίστηκαν σε φολκλόρ, γιατί οι νεότεροι είχαν ολοένα και αυξανόμενη απόσταση από τα γεγονότα και αυτούς που τα έζησαν, ενώ εμείς -παρότι ως παιδιά καθόμασταν πρώτη-πρώτη σειρά στο θέατρο με τις διηγήσεις των παπούδων και γιαγιάδων μας- προτιμήσαμε αργότερα τη βολή μας στη μασαζοπολυθρόνα της υπερκατανάλωσης, μπροστά σε μια κυριολεκτικά μικρή οθόνη. Εδώ και χρόνια δεν νιώθαμε την παραμικρή ζέση για τη διαδικασία που λέγεται μεταφορά της μνήμης. Πιστεύαμε ότι αυτά έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Οι γιαγιάδες μου έζησαν Κατοχή (και η αριστερή εκ των δύο και Εμφύλιο και τη μπότα του μετεμφυλιακού κράτους). Οι γονείς μου και η γενιά τους έζησαν Χούντα. Μάθαμε πράγματα από πρώτο χέρι. Μας τα διηγήθηκαν μετ' επιτάσεως, με την πειθώ αυτού που ξέρει τι έχει ζήσει και προπάντων τι δεν θέλει να ξαναζήσει, με τη μαγεία που έχουν όλες οι μαρτυρίες ανείπωτης δυστυχίας, μαγεία που θα ήταν σχεδόν ανεξήγητη, αν οι κακουχίες δεν μας υπενθύμιζαν πώς είναι να είσαι άνθρωπος.
Έτσι έμαθα για τον θείο μου που εκτελέστηκε στην Κατοχή, στο Χαϊδάρι, και δεν βρέθηκε ποτέ. Για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί όπως μου εξήγησε η Σαλονικιά γιαγιά μου (που έμαθε τι απέγιναν οι γείτονές της και δεν θα αμφέβαλε ποτέ για το Ολοκαύτωμα ούτε θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί την οποιαδήποτε θεωρία άρνησής του). Έτσι έμαθα για τον Χίτη που κόλλησε ένα περίστροφο στο κεφάλι της 12χρονης γιαγιάς μου, για να εισπράξει την απάντηση «σκότωσέ με, πολύ που νοιάστηκα». Έτσι έμαθα για τα βασανιστήρια της Χούντας, για τις επικηρύξεις συγγενών μου που συμμετείχαν στα φοιτητικά κινήματα του '73.
Όταν μεγαλώνεις σε αυτό το πλαίσιο, αλλά και περιτριγυριζόμενος από άλλους που το μοιράζονταν, όλα δρουν συνεργιστικά. Στο σχολείο οι γιορτές τόνωναν τις μνήμες, οι δάσκαλοι μιλούσαν με αληθινή συγκίνηση για τα γεγονότα, και αυτό κάτι άφηνε μέσα μας. Μπορεί να μη μας πολιτικοποίησε όλους, αλλά εμπέδωσε σε μια σεβαστή μερίδα των ανθρώπων της γενιάς μας κάποια όρια για το τι σημαίνει αποδεκτή ιδεολογία και πρακτική.
Σήμερα, τι από όλα αυτά θυμίζει αυτό το πλαίσιο; Ο Κατίδης, που θα μπορούσε να είναι γιος μου αν έκανα παιδί στα 19 μου, θα ήταν πολύ δύσκολο να έρθει σε επαφή με αυτή την πληροφόρηση (και αυτούς τους πληροφοφορητές). Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είχε αλλάξει σημαντικά εδώ και 20 χρόνια, με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και την είσοδο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ο Φουκουγιάμα προέβλεψε το τέλος της ιστορίας και θα μπορούσε να έχει πέσει μέσα, αν εννοούσε τη «διάθεση για ιστορία». Αυτή που απουσίαζε ολοκληρωτικά, καταντώντας τη διατήρηση της μνήμης αγγαρεία για τον Κατίδη -και όλους μας.
Υπάρχουν σαφείς ατομικές ευθύνες του (κάθε) Κατίδη για τις απολίτικες επιλογές του, δεν τις παραγράφω. Αλλά δεν είναι το θέμα μου εδώ. Θέλω να δώσω κυρίως έμφαση στο πλαίσιο και στις ευθύνες που βαρύνουν όχι τους ίδιους τους σημερινούς απολιτίκ εικοσάχρονους αλλά το περιβάλλον τους, ανθρώπινο και κοινωνικό.
Η Ιστορία (και οι ιστορίες) είναι φορτίο και καθήκον βαρύ. Θέλει να είσαι ελέφαντας για να θυμάσαι, και για να κάνεις τους άλλους να θυμούνται. Ο άνθρωπος ξεχνάει, δεν θα πω ότι είναι κάτι εγγενές ή ντετερμινιστικό, αλλά έχει παρατηρηθεί ιστορικά κατ’ επανάληψη, και αν δεν είναι κάτι εύλογο είναι οπωσδήποτε αναμενόμενο.
Οι Εβραίοι, που έχουν κατηγορηθεί για υπερβολή στην υπενθύμιση και προπαγάνδιση του Shoa (Ολοκαυτώματος), κάνουν τελικά πάρα πολύ καλά που υπερβάλλουν. Θέλει υπερβάλλοντα ζήλο για να μην πάψουν να μεταφέρονται οι μνήμες και για να μην επαναληφθεί η ιστορία.



Ιδρυματική Διακήρυξη



Έχω περάσει αρκετές ώρες της ζωής μου μπροστά σε μια οθόνη σχολιάζοντας πολιτικά και φιλοσοφικά ζητήματα στο διαδίκτυο. Σχόλια επί σχολίων, κάποια ιδιαίτερα μακροσκελή, σε ειδησεογραφικά σάιτ ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Είναι απορίας άξιο για κάποιους τι είδους απόλαυση ή οφέλη αντλεί κανείς από μια τέτοια διαδικασία, η οποία μπορεί να ροκανίσει, σιγά σιγά αλλά πολύ αποτελεσματικά, τον πεπερασμένο χρόνο κάθε μέρας και να εξαντλήσει τις αντίστοιχα πεπερασμένες αντοχές οποιουδήποτε ανθρώπου.
Δεν πρόκειται ακριβώς περί γενναιοδωρίας εκ μέρους μου. Χωρίς να θέλω να επεκταθώ (εδώ τουλάχιστον) όσο απαιτεί το θέμα, θα έλεγα ότι σε μένα ο ιντερνετικός σχολιασμός λειτούργησε και λειτουργεί πολλαπλά. Είναι και ευκαιρία να επιδοθώ στην αγαπημένη συνήθεια του γραψίματος, είναι και ανάγκη επικοινωνίας με άλλους, και ανάγκη συνειδητοποίησης γεγονότων ή ιδεών μέσα από τη γραφή (πολλές φορές καταγράφοντας μιαν ιδέα ή αίσθηση βοηθάς τον εαυτό σου στην αποκρυστάλλωσή της), και πράξη αυτοψυχανάλυσης, αλλά και εικονικό αγχολυτικό χάπι (όλα τα ψηφιακά μέσα είναι δυνάμει εθιστικά και ο εθισμός ως γνωστόν είναι μια στρεβλή προσπάθεια να θεραπευτούν τα προβλήματά μας). Πιθανόν είναι και άλλα πολλά που δεν συλλαμβάνω.
Πάντως από τα παραπάνω θα σταθώ λιγάκι στην αποκρυστάλλωση της πολιτικής άποψης μέσα από τη γραφή. Είμαι για ποικίλους λόγους, όψιμα πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Μεγάλωσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που διεπόταν και διέπεται από μια αντινομία. Αφενός κυριαρχούσε ένας λόγος συντηρητικός και θα έλεγα εν δυνάμει οπαδικός, δηλαδή ένας λόγος αντιπολιτικός που επηρέασε θέλοντας και μη τη σκέψη μου, ιδίως στην πρώτη νιότη, αφετέρου τα ίδια πρόσωπα που εξέφεραν αυτό τον λόγο μου έδωσαν -και απλόχερα μάλιστα- το πολιτισμικό κεφάλαιο που επιτρέπει την πλήρη αμφισβήτησή του, αλλά και τη γενικότερη αμφισβήτηση. Μου κληροδότησαν δηλαδή μαζί έναν τρόπο σκέψης βαθιά πολιτικό.
Αυτή η αντινομία, αλλά και η γενικότερη σχετικιστική συγκρότησή μου οδήγησαν σε μια μπερδεψούρα. Όσο μεγαλώνω όμως φιλτράρω όλο και καλύτερα το τι είμαι εγώ και το τι οι ακούσιες ή ανεπιθύμητες καταβολές μου. Η γραφή με βοήθησε και ακόμη με βοηθάει στην αποκρυστάλλωση των ιδεών και στην ίδια την κατανόηση του κόσμου, όπως τον ερμηνεύω ο ίδιος.
Συνειδητοποιώντας κάποια στιγμή το μακροσκελές (κόντρα στην τάση του μέσου) των σχολίων που έχω καταθέσει στο ίντερνετ, σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα δεν είναι απλώς σχόλια αλλά κανονικότατα κείμενα ή ενδεχομένως (με μικρές προσαρμογές) και άρθρα (ιστολογίου π.χ.). Για την ακρίβεια, προφανώς πάντοτε έβλεπα το ποστάρισμα σαν συγγραφή, αλλιώς δεν θα έγραφα τόσα πολλά, απλώς δεν ήταν παρά εκ των υστέρων που συνειδητοποίησα την ίδια μου τη συγγραφική πρόθεση.
Πολλές φορές λοιπόν μου ήρθε η ιδέα να μαζεύω κάποια από αυτά τα σχόλια, ιδίως όσα θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστούν και από άλλους, σε ένα ιστολόγιο. Η αναβλητικότητά μου (θα την έλεγα έμφυτη αλλά δεν μου αρέσουν οι ντετερμινιστικές διατυπώσεις, ποιος μας λέει ότι δεν είναι επίκτητη;) αλλά και η πολυπραγμοσύνη μου, σε συνδυασμό με τη χαοτική κατανομή προσωπικού χρόνου, δεν με άφησαν να ασχοληθώ περισσότερο.
Σήμερα όμως, τελείως τυχαία, χωρίς καμία νοητική προετοιμασία, αβίαστα θα έλεγα, άνοιξα ένα ιστολόγιο. Αυτό το πρώτο ποστ είναι το ρεζόν ντ’ ετρ του ιστολογίου, που το ονόμασα Περσινά Ξινά Σταφύλια.
Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Λέω «Περσινά», γιατί τα κείμενα αυτά είναι παρελθούσης συγκυρίας, επομένως είναι λίγο-πολύ μπαγιάτικα. Είναι ό,τι θυμάμαι, χαίρομαι. Σκέψεις που καταγράφηκαν σε ένα μέσο και κλίμα που ευνοεί το εφήμερο. Κάποιες από αυτές όμως νιώθω ότι σπάνε τα όρια του εφήμερου και αντιπροσωπεύουν την κοσμοθεωρία μου, ή ακόμη πιο πιθανό, την αναδιαμορφώνουν και την εμπλουτίζουν. Επομένως τις σερβίρω άφοβα, αν και παλιάς εσοδείας.
Το «Περσινά» είναι σε παρένθεση γιατί σκοπεύω μεν να δημοσιεύω παλιότερα κείμενά μου αλλά και να αναρτώ νέα κείμενα -εκτεταμένη βερσιόν σχολίων μου σε διάφορα σάιτ χωρίς το άγχος της κατάχρησης χώρου- ή και ολωσδιόλου νέα ποστ, που δεν βρήκαν αφορμή αλλού στο ίντερνετ αλλά μόνο μέσα στο κεφάλι μου.
Όσο για τα «Ξινά Σταφύλια», δεν είναι άλλα από τον καρπό της ιντερνετικής συγγραφικής μου προσπάθειας, γύρω από θέματα που δεν είναι ευχάριστα ούτε τα πραγματεύομαι έτσι, επομένως αναμενόμενη η ξινή επίγευση (μετριαζόμενη από τη γλυκύτητα της ελληνικής σταφίδας σε συνδυασμό με άρωμα δέρματος και νότες φράουλας).
Αφορμή για γράψιμο συνήθως η πολιτική επικαιρότητα, μπλεγμένη συχνά πυκνά με προσωπικές εμμονές, όπως τα ιατρικά θέματα (απώλεια μνήμης και συνεπακόλουθος οξύς αιφνίδιος φασισμός), η κοσμολογία (ανακάλυψη ουτοπιανών πλανητών στους οποίους μπορεί να μην ταξιδέψουμε ποτέ αλλά που νιώθουμε την αναγκαιότητα να εντοπίσουμε), η κλινική ψυχονευρολογία (περί ανωριμότητας του αριστερού ημισφαιρίου του πολιτικού μας εγκεφάλου) και άλλα τέτοια.
Τέλος αυτό το ιστολόγιο εξυπηρετεί και στην εν δυνάμει δημοσιοποίηση των γραφομένων μου εκτός των social media, στο σπάσιμο δηλαδή του ιδρυματισμού που προκαλεί η αποκλειστική χρήση των μέσων αυτών. Μαζεμένα τα κείμενα σε ένα ιστολόγιο παραμένουν μεν στο ίντερνετ, αλλά αλλάζει η πρόθεσή μου ως προς αυτά: επιτέλους δεν είναι σκόρπια μπουκαλάκια με μηνύματα σε μια θάλασσα πληροφοριών, αλλά πνευματική δραστηριότητα συγκεκριμένου υποκειμένου. Είναι μια πιο ουσιαστική, πιο δημιουργική και πιο συνειδητοποιημένη οπτική γωνία.
Θα μου ευχηθώ καλή σοδειά. Μάζευε κι ας είν' και ρόγες.