Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ο Κατίδης και οι ελέφαντες



Το παρθενικό κείμενο του ιστολογίου είναι φρέσκο. Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από το φλέγον ζήτημα του φασισμού στην Ελλάδα, που με απασχολεί ως έσχατη ένδειξη ξεπεσμού μιας κοινωνίας.
Ερέθισμα για να γραφτεί αποτέλεσε η πρόσφατη συνέντευξη-απολογία Κατίδη. Για τους όχι και τόσο ποδοσφαιρόφιλους, ο Κατίδης είναι ο νεαρός παίκτης της ΑΕΚ που τιμωρώθηκε από την ομοσπονδία με ισόβιο αποκλεισμό, γιατί πανηγύρισε ένα κρίσιμο γκολ με ναζιστικό χαιρετισμό προς την εξέδρα. 
Την τιμωρία του Κατίδη, αλλά και την ευρεία αποδοκιμασία του από πολλούς, ακόμη και από τους οπαδούς της ομάδας του, ακολούθησαν διάφορες συνεντεύξεις, όπου προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του.
Πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση συνιστά η τελευταία συνέντευξή του, όπου ομολογεί ότι ήταν πολύ κακός μαθητής, ιδίως στην ιστορία, τόσο που δεν γνώριζε καν τι γιορτάζουμε την 28η και την 25η, ούτε ποιος ήταν ο Χίτλερ. Η κίνηση του χαιρετισμού, λέει ο Κατίδης, έγινε μιμητικά από διάφορα ιντερνετικά βιντάκια, χωρίς να γνωρίζει το ιδιαίτερο νόημά του.
Στην ουσία, συνεχίζει ο Κατίδης, αν δεν είχε κάνει αυτή τη γκάφα δεν θα είχε μάθει ποτέ (όπως υποχρεώθηκε τώρα) ούτε τα ιστορικά γεγονότα ούτε τις αληθινές θέσεις της Χρυσής Αβγής –σπεύδει να αποκηρύξει μάλιστα τις απόψεις της περί μεταναστών.
Στα σάιτ που περιδιαβαίνω και επιτρέπουν σχολιασμό κάποιου στοιχειώδους επιπέδου (όπως το sarantakos.wordpress.com, το lifo.gr ή παλιότερα το tvxs κ.λπ.) είδα σχόλια δύσπιστων αναγνωστών που ερμηνεύουν τα λεγόμενα του Κατίδη σαν υπερασπιστική γραμμή.
Παρά και τη δική μου αναρώτηση κατά πόσο αποτελεί όντως υπερασπιστική γραμμή, θα αποτολμήσω τη σκέψη ότι τελικά, σε γενικές γραμμές, η εξομολόγηση δεν απέχει και τόσο από την αλήθεια. Αν όχι από τη δική του αλήθεια, τουλάχιστον από τη γενική.
Νομίζω (και μου το επιβεβαιώνουν και άλλοι που έρχονται σε επαφή με νέους ανθρώπους) ότι όντως η διείσδυση της Χρυσής Αβγής σε νεαρές ηλικίες οφείλεται στο ξεθώριασμα της μνήμης. Παντού: στα σχολεία, στα σπίτια, μέσα μας.
Οι μνήμες από τα γεγονότα της Κατοχής αλλά ακόμη και από την πιο πρόσφατη Επταετία όντως ξεθώριασαν. Η ανατριχίλα που μας προκαλούσε οτιδήποτε ακροδεξιό στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έγινε αντανακλαστικό που χάθηκε με τη μέση ηλικία.
Οι σχετικοί εορτασμοί εκφυλίστηκαν σε φολκλόρ, γιατί οι νεότεροι είχαν ολοένα και αυξανόμενη απόσταση από τα γεγονότα και αυτούς που τα έζησαν, ενώ εμείς -παρότι ως παιδιά καθόμασταν πρώτη-πρώτη σειρά στο θέατρο με τις διηγήσεις των παπούδων και γιαγιάδων μας- προτιμήσαμε αργότερα τη βολή μας στη μασαζοπολυθρόνα της υπερκατανάλωσης, μπροστά σε μια κυριολεκτικά μικρή οθόνη. Εδώ και χρόνια δεν νιώθαμε την παραμικρή ζέση για τη διαδικασία που λέγεται μεταφορά της μνήμης. Πιστεύαμε ότι αυτά έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Οι γιαγιάδες μου έζησαν Κατοχή (και η αριστερή εκ των δύο και Εμφύλιο και τη μπότα του μετεμφυλιακού κράτους). Οι γονείς μου και η γενιά τους έζησαν Χούντα. Μάθαμε πράγματα από πρώτο χέρι. Μας τα διηγήθηκαν μετ' επιτάσεως, με την πειθώ αυτού που ξέρει τι έχει ζήσει και προπάντων τι δεν θέλει να ξαναζήσει, με τη μαγεία που έχουν όλες οι μαρτυρίες ανείπωτης δυστυχίας, μαγεία που θα ήταν σχεδόν ανεξήγητη, αν οι κακουχίες δεν μας υπενθύμιζαν πώς είναι να είσαι άνθρωπος.
Έτσι έμαθα για τον θείο μου που εκτελέστηκε στην Κατοχή, στο Χαϊδάρι, και δεν βρέθηκε ποτέ. Για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί όπως μου εξήγησε η Σαλονικιά γιαγιά μου (που έμαθε τι απέγιναν οι γείτονές της και δεν θα αμφέβαλε ποτέ για το Ολοκαύτωμα ούτε θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί την οποιαδήποτε θεωρία άρνησής του). Έτσι έμαθα για τον Χίτη που κόλλησε ένα περίστροφο στο κεφάλι της 12χρονης γιαγιάς μου, για να εισπράξει την απάντηση «σκότωσέ με, πολύ που νοιάστηκα». Έτσι έμαθα για τα βασανιστήρια της Χούντας, για τις επικηρύξεις συγγενών μου που συμμετείχαν στα φοιτητικά κινήματα του '73.
Όταν μεγαλώνεις σε αυτό το πλαίσιο, αλλά και περιτριγυριζόμενος από άλλους που το μοιράζονταν, όλα δρουν συνεργιστικά. Στο σχολείο οι γιορτές τόνωναν τις μνήμες, οι δάσκαλοι μιλούσαν με αληθινή συγκίνηση για τα γεγονότα, και αυτό κάτι άφηνε μέσα μας. Μπορεί να μη μας πολιτικοποίησε όλους, αλλά εμπέδωσε σε μια σεβαστή μερίδα των ανθρώπων της γενιάς μας κάποια όρια για το τι σημαίνει αποδεκτή ιδεολογία και πρακτική.
Σήμερα, τι από όλα αυτά θυμίζει αυτό το πλαίσιο; Ο Κατίδης, που θα μπορούσε να είναι γιος μου αν έκανα παιδί στα 19 μου, θα ήταν πολύ δύσκολο να έρθει σε επαφή με αυτή την πληροφόρηση (και αυτούς τους πληροφοφορητές). Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είχε αλλάξει σημαντικά εδώ και 20 χρόνια, με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και την είσοδο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ο Φουκουγιάμα προέβλεψε το τέλος της ιστορίας και θα μπορούσε να έχει πέσει μέσα, αν εννοούσε τη «διάθεση για ιστορία». Αυτή που απουσίαζε ολοκληρωτικά, καταντώντας τη διατήρηση της μνήμης αγγαρεία για τον Κατίδη -και όλους μας.
Υπάρχουν σαφείς ατομικές ευθύνες του (κάθε) Κατίδη για τις απολίτικες επιλογές του, δεν τις παραγράφω. Αλλά δεν είναι το θέμα μου εδώ. Θέλω να δώσω κυρίως έμφαση στο πλαίσιο και στις ευθύνες που βαρύνουν όχι τους ίδιους τους σημερινούς απολιτίκ εικοσάχρονους αλλά το περιβάλλον τους, ανθρώπινο και κοινωνικό.
Η Ιστορία (και οι ιστορίες) είναι φορτίο και καθήκον βαρύ. Θέλει να είσαι ελέφαντας για να θυμάσαι, και για να κάνεις τους άλλους να θυμούνται. Ο άνθρωπος ξεχνάει, δεν θα πω ότι είναι κάτι εγγενές ή ντετερμινιστικό, αλλά έχει παρατηρηθεί ιστορικά κατ’ επανάληψη, και αν δεν είναι κάτι εύλογο είναι οπωσδήποτε αναμενόμενο.
Οι Εβραίοι, που έχουν κατηγορηθεί για υπερβολή στην υπενθύμιση και προπαγάνδιση του Shoa (Ολοκαυτώματος), κάνουν τελικά πάρα πολύ καλά που υπερβάλλουν. Θέλει υπερβάλλοντα ζήλο για να μην πάψουν να μεταφέρονται οι μνήμες και για να μην επαναληφθεί η ιστορία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου